καθόσο(ν)

καθόσο(ν)
επίρρ.
1) насколько;

καθόσο(ν) εγώ ξέρω ( — или καθόσο(ν) γνωρίζω) — или καθόσο(ν) μου είναι γνωστόν — насколько мне известно;

2) по мере того, как;

καθόσο(ν) ωριμάζουν οι συνθήκες — по мере того, как созревают условия;

3) потому что, так как;

δεν ήλθα χτες καθόσο(ν) ήμουν άρρωστος — я не пришёл вчера, потому что заболел


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "καθόσο(ν)" в других словарях:

  • καθόσο — 1. επίρρ. τροπ., σύμφωνα με όσα: Καθόσο γνωρίζω, αυτό το ρητό δεν υπάρχει στο Θουκυδίδη. 2. σύνδ. αιτιολ., επειδή, διότι: Δεν θα έρθω, καθόσο είμαι άρρωστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καθόσον — και καθόσο (Α καθόσον) στο μέτρο που..., σύμφωνα με όσα..., από όσο... («καθόσον γνωρίζω, δεν θα έρθει ξανά») νεοελλ. (αδοκίμως) επειδή, διότι («δεν εργάζεται, καθόσον είναι άρρωστος»). [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. φρ. καθ ὅσον (ενν. μέρος) < κατά +… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»